Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Σφαέλος∗
Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεμονωμένο γεγονός αλλά πρέπει να ειδωθεί μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο του λεγόμενου «Δόγματος Τραμπ», σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ επιδιώκει να κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά και συνεπώς χρησιμοποιεί την ισχύ που διαθέτει για να επεκταθεί σε χώρες που βρίσκονται στον ζωτικό της χώρο. Η πολιτική Τραμπ έχει νέο-αποικιακά χαρακτηριστικά και προσπαθεί να επιβάλλει μια νέα «Pax Americana». Η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί, συνεπώς, ως πιλοτική εφαρμογή αυτού του δόγματος. Η αμερικανική ισχύς ασκείται όχι μόνο για την ανατροπή ενός ανεπιθύμητου ή αυταρχικού καθεστώτος, αλλά και για την εμπέδωση ενός νέου προτύπου διεθνούς συμπεριφοράς. Η σημασία του Δόγματος Τραμπ υπερβαίνει, επομένως, τη Λατινική Αμερική και αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής στη διεθνή τάξη, όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι της λογικής της ισχύος, και οι σφαίρες επιρροής επανέρχονται ως κεντρικός μηχανισμός ρύθμισης των διεθνών σχέσεων. Ο Τραμπ θέλει να αποκαταστήσει την αμερικανική επιρροή στον πλανήτη αλλά και να ανασχέσει τις ανερχόμενες δυνάμεις, Ρωσία και Κίνα.
Ο Τραμπ επαναφέρει ουσιαστικά το «Δόγμα Μονρόε» (1823), σύμφωνα με το οποίο, κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να αποικίσουν κράτη της Βόρειας ή Νότιας Αμερικής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιθετική ενέργεια, που απαιτεί παρέμβαση των ΗΠΑ. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές από το Δόγμα Μονρόε καθώς το σύγχρονο Δόγμα Τραμπ μετατοπίζει το βάρος από την αποτροπή τρίτων δυνάμεων στη νομιμοποίηση της μονομερούς αμερικανικής δράσης και επέμβασης εντός μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής. Ανεξάρτητα από το αν ο Μαδούρο ήταν αυταρχικός ηγέτης, μια επέμβαση των ΗΠΑ σε ανεξάρτητη χώρα είναι καταδικαστέα καθώς καταστρατηγεί βάναυσα το διεθνές δίκαιο.
Χαρακτηριστικό στοιχείο του Δόγματος Τραμπ είναι η συγχώνευση διαφορετικών πεδίων ασφαλείας – στρατιωτικού, ενεργειακού, μεταναστευτικού και ποινικού – σε ένα ενιαίο αφηγηματικό πλαίσιο. Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δεν έγινε στην ουσία για την διακίνηση ναρκωτικών – που όντως συμβαίνει – ούτε γιατί ο Μαδούρο καταπίεζε το λαό της Βενεζουέλας. Ο στόχος είναι καθαρά η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών την Βενεζουέλας και η προσάρτηση της στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Τραμπ είπε με ωμό ρεαλισμό ότι θέλει τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.
Από το 1974, η Σαουδική Αραβία δεσμεύτηκε να τιμολογεί και να πωλεί το πετρέλαιό της αποκλειστικά σε δολάρια ΗΠΑ. Τα πετρελαϊκά έσοδα θα επανεπενδυόνταν σε αμερικανικά ομόλογα και τράπεζες, χρηματοδοτώντας το αμερικανικό χρέος. Οι ΗΠΑ, σε αντάλλαγμα, εγγυήθηκαν τη στρατιωτική ασφάλεια του σαουδαραβικού καθεστώτος, την παροχή όπλων, εκπαίδευσης και πολιτικής στήριξης. Σταδιακά, το μοντέλο επεκτάθηκε σε όλο τον OPEC, καθιερώνοντας το δολάριο ως το παγκόσμιο νόμισμα της ενέργειας. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια πώλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου σε άλλο νόμισμα απειλεί τις ΗΠΑ και δεν θα γίνει ανεκτό ιδιαίτερα στην εποχή Τραμπ. Η Βενεζουέλα είχε αρχίσει τα τελευταία χρόνια να πουλάει πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα. Παράλληλα, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Βενεζουέλας επί Ούγκο Τσάβες και αργότερα επί Νικολάς Μαδούρο συνοδεύτηκε από εθνικοποιήσεις πετρελαϊκών εταιρειών, αποδυνάμωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και σοβαρή υποχώρηση της παραγωγής. Οπότε, ήταν θέμα χρόνου να επέμβουν οι ΗΠΑ και να επαναφέρουν τον αμερικανικό έλεγχο των πετρελαιοπηγών της Βενεζουέλας.
Η επέμβαση στην Βενεζουέλα αποτελεί ένα νέο προηγούμενο για επέμβαση και σε άλλες χώρες που επηρεάζουν τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Στο επόμενο διάστημα, η Λατινική Αμερική αναμένεται να γίνει το πεδίο άσκησης προβολής ισχύος των ΗΠΑ. Η Κολομβία και το Μεξικό βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο των ΗΠΑ ενώ η Κούβα αργά η γρήγορα θα καταρρεύσει αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.
Περαιτέρω, η Γροιλανδία ξαναμπαίνει στο στόχαστρο του Τραμπ, καθώς αποτελεί κλειδί στον έλεγχο της Αρκτικής. Η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς και φέρνει στην επιφάνεια ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους που ενδιαφέρουν τις ΗΠΑ. Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας ενισχύεται από την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική, που επενδύουν σε υποδομές, λιμάνια και στρατιωτικά δίκτυα. Για τον Τραμπ, κάθε τέτοια κίνηση ισοδυναμεί με απειλή. Παράλληλα, η Γροιλανδία διαθέτει σπάνιες γαίες, ουράνιο και κρίσιμα μεταλλεύματα, απαραίτητα για την άμυνα και τις τεχνολογίες αιχμής. Η επιδίωξη του Τραμπ είναι ο έλεγχος αυτών των πόρων και μείωση της αμερικανικής εξάρτησης από την Κίνα. Η Ευρώπη, και ειδικά η Δανία, εμφανίζεται αδύναμη να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει την έλλειψη στρατηγικής αυτονομίας και ενισχύει τον ρόλο των ΗΠΑ ως μοναδικού παίκτη που επιβάλλει το δικό του παιχνίδι ισχύος.
Η μονομερής χρήση ισχύος, χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από διεθνείς οργανισμούς, υπονομεύει την αρχή της κρατικής κυριαρχίας και δημιουργεί επικίνδυνα προηγούμενα. Όταν η υπερδύναμη παρακάμπτει τους κανόνες, ανοίγει τον δρόμο ώστε και άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις να πράξουν το ίδιο, επικαλούμενες παρόμοια «ζωτικά συμφέροντα», όπως κάνει και η Τουρκία. Η λογική των σφαιρών επιρροής, που επανέρχεται μέσα από το Δόγμα Τραμπ, ενισχύει τη δυναμική αντιπαράθεσης με δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία. Η αντιμετώπιση συμμάχων με καθαρά συναλλακτικούς όρους αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας. Η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ βρίσκονται συχνά σε θέση άμυνας, αναζητώντας εναλλακτικές μορφές στρατηγικής αυτονομίας, γεγονός που μακροπρόθεσμα μειώνει την αμερικανική επιρροή.
Συνολικά, η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι η αρχή μιας σειράς αναθεωρητικών ενεργειών εκ μέρους των ΗΠΑ με στόχο την επαναφορά της αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη και την ταυτόχρονη ανάσχεση Κίνας και Ρωσίας, οι οποίες είχαν συμφωνίες με την Βενεζουέλα για πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Παρατηρείται έτσι μια μετατόπιση της πολιτικής Τραμπ από την προσπάθεια τερματισμού των πολέμων σε μια εξωτερική πολιτική των «Γερακιών του Πενταγώνου», σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ μπορούν να δρουν μονομερώς για την εθνική τους ασφάλεια, χωρίς περιορισμό από το διεθνές δίκαιο. Αυτή είναι μια επικίνδυνη ατραπός με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο τον κόσμο. Η επιβράβευση εισβολών, επεμβάσεων και άλλων αναθεωρητικών ενεργειών υπονομεύουν τους διεθνείς θεσμούς και την παγκόσμια ειρήνη.
∗ Ο Δρ. Παναγιώτης Σφαέλος είναι Νομικός, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Γενικός Γραμματέας του Ελληνικού Τμήματος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και Αντιπρόεδρος/Διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ). Είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Kent. Έχει Μεταπτυχιακό στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Έχει σπουδάσει Νομικά στο Leicester University, Διεθνείς Ευρωπαϊκές Σπουδές στο South Bank University του Λονδίνου και Δημοσιογραφία στο London School of Journalism. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στην Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας όπου διδάσκει Ευρπαϊκό και Διεθνές Δίκαιο. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και στο IST College. Είναι τακτικός Αρθρογράφος σε γνωστές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες ενώ συμμετέχει και σε τηλεοπτικές εκπομπές.

