Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου, 2026
ΑρχικήΑΡΘΡΑ-INTERVIEWSΤέσσερα χρόνια από την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία

Τέσσερα χρόνια από την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία

Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Σφαέλος, Γενικός Γραμματέας ΕΕΔΑΔ, Αντιπρόεδρος & Δ/ντης Ερευνών ΚΕΔΙΣΑ

 

Συμπληρώνονται σήμερα 24 Φεβρουαρίου 2026 τέσσερα χρόνια από την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία με τον πόλεμο να συνεχίζεται με τεράστιο φόρο αίματος και για τις δύο πλευρές. Η Ρωσία θεώρησε ως απειλή την πιθανή ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και προέβη σε αυτή την «Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση» – όπως την χαρακτήρισε ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν – για να επιτύχει τον έλεγχο της Ανατολικής Ουκρανίας με πρόσχημα την προστασία των Ρωσόφωνων πληθυσμών της περιοχής. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε όμως ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους για την Ρωσία ενώ άλλαξε και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη η οποία ξαφνικά συνειδητοποίησε την Ρωσική απειλή για την γεωπολιτική της ασφάλεια.

Μετά από τέσσερα χρόνια καταστροφικού πολέμου, η Ρωσία σήμερα κατέχει μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας ήδη από το 2014. Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις παραμένουν εντατικές, αλλά τα εδαφικά κέρδη της Ρωσίας είναι πλέον περιορισμένα. Οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν την πίεση σε επιλεγμένους τομείς του μετώπου, επιχειρώντας σταδιακή εξάντληση της ουκρανικής άμυνας. Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία βασίζεται στη Δυτική στρατιωτική βοήθεια, τεχνολογικά συστήματα και την αγωνιστικότητα του Ουκρανικού στρατού. Σε διπλωματικό επίπεδο, καταγράφεται αυξημένη κινητικότητα χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί ακόμα ειρηνευτική συμφωνία. Έχουν πραγματοποιηθεί επαφές και γύροι συνομιλιών, ενώ επιτεύχθηκαν περιορισμένες συμφωνίες, όπως ανταλλαγές αιχμαλώτων. Ωστόσο, τα βασικά θέματα που αφορούν τα εδαφικά ζητήματα, το καθεστώς των κατεχόμενων περιοχών και τις εγγυήσεις ασφαλείας παραμένουν άλυτα. Οι ΗΠΑ υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζουν να ασκούν διπλωματική πίεση προς του δύο εμπολέμους, ενώ η Μόσχα, υπό τον Πρόεδρο Πούτιν, επιμένει σε όρους που η Ουκρανία θεωρεί απαράδεκτους. Μέσα από έναν πόλεμο φθοράς, ο Πρόεδρος Πούτιν επιδιώκει την αναγνώριση προσαρτημένων εδαφών, τον ουκρανικό αφοπλισμό, ρωσικό δικαίωμα βέτο στην ουκρανική εξωτερική πολιτική ώστε η Ουκρανία να μείνει ουδέτερη. Δεν βλέπει κανένα λόγο να κάνει συμβιβασμούς όταν ο χρόνος φαίνεται μάλλον να ευνοεί τη Μόσχα και η ενότητα της Δύσης είναι εύθραυστη. Ο Τραμπ δείχνει ανοχή στις ρωσικές απατήσεις ως έναν τρόπο άμεσης επίλυσης της κρίσης αλλά και αναγνώρισης της ρωσικής ισχύος. Αυτό το είδαμε άλλωστε στην συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025 όπου στην ουσία φαίνεται να μοίρασαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής σε αυτό που πολλοί αναλυτές ονόμασαν νέα Γιάλτα.

Η Ουκρανία έχει δείξει σημαντική ανθεκτικότητα στο πολεμικό μέτωπο παρά τις τεράστιες δυσκολίες. Η αμυντική της βιομηχανία έχει ωριμάσει ραγδαία. Εν τω μεταξύ, η Μόσχα δείχνει ολοένα και περισσότερο τρωτά σημεία: μια οικονομία στρατιωτικοποιημένη και επηρεασμένη από κυρώσεις· απώλεια ενεργειακών αγορών και ουκρανικά χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές· ρωσικά θύματα που ξεπερνούν το 1,2 εκατομμύριο, με έως και 325.000 νεκρούς και εξάντληση των αποθεμάτων εξοπλισμού της σοβιετικής εποχής. Το ερώτημα είναι εάν αυτές οι δομικές αδυναμίες και οι αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες της Ουκρανίας θα παραμείνουν διαχειρίσιμες πριν η Ουκρανία εξαντλήσει τους στρατιώτες και τα εφόδιά της. Ο πόλεμος αποκάλυψε και τις ρωσικές στρατιωτικές αδυναμίες αλλά έχει επίσης καταδείξει εκπληκτικά ρωσικά πλεονεκτήματα όπως την ικανότητα να απορροφά τρομερές απώλειες, να προσαρμόζει τακτικές υπό πίεση και να διατηρεί τον πολιτικό έλεγχο παρά τις στρατιωτικές αποτυχίες. Και η αμυντική στάση της Ευρώπης, εν τω μεταξύ, έχει υποστεί μια πραγματική μεταμόρφωση. Το ΝΑΤΟ έχει επεκταθεί με τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Οι αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί σε όλη την Ευρώπη.

Ευτυχώς για την Ουκρανία, η Ευρώπη έχει σταδιακά επωμιστεί μεγαλύτερο μέρος του βάρους της άμυνας της απέναντι στην Ρωσία. Η βοήθεια της ΕΕ υπερβαίνει πλέον τις αμερικανικές συνεισφορές. Η Γερμανία έχει γίνει ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατιωτικός αρωγός της Ουκρανίας. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Πολωνία και τα Σκανδιναβικά και Βαλτικά κράτη έχουν αποδειχθεί ακλόνητοι υποστηρικτές της Ουκρανίας. Η Ελλάδα, ως μέλος των Ευρωατλαντικών θεσμών, από την πρώτη στιγμή έχει σταθεί στο πλευρό της Ουκρανίας στηρίζοντας την στρατιωτικά, διπλωματικά και πολιτικά. Άλλωστε η Ελλάδα για λόγους διπλωματικής συνέπειας (Κυπριακό) και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου έχει υποχρέωση να καταδικάζει τον αναθεωρητισμό και τις αλλαγές συνόρων. Κατά την επίσκεψη του Ουκρανού Προέδρου Βολόντιμιρ Ζελένσκι στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2025 η Ελλάδα εξασφάλισε για τον χειμαζόμενο, από την ενεργειακή κρίση και τους Ρωσικούς βομβαρδισμούς σε ενεργειακές υποδομές, Ουκρανικό λαό εισαγωγές Αμερικανικού LNG για τον δύσκολο χειμώνα 2025-2026. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, υποδεχόμενος τον Ουκρανό Πρόεδρο στο Μέγαρο Μαξίμου, χαρακτήρισε την Ελλάδα «πάροχο ενεργειακής ασφάλειας» για την Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι η νέα συμφωνία συμβάλλει στην απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η ενεργειακή διάσταση της συνεργασίας κυριάρχησε στη συνάντηση των δύο ηγετών. Συζητήθηκαν η λειτουργία του υπό διαμόρφωση Κάθετου Ενεργειακού Διαδρόμου και η σύνδεση Αλεξανδρούπολης – Οδησσού, με στόχο τη διαμόρφωση ενός σταθερού άξονα που θα επιτρέψει στην Ουκρανία την πρόσβαση σε διαφοροποιημένες πηγές ενέργειας. Κατά την επίσκεψη του Ουκρανού Προέδρου στην Αθήνα οι δύο χώρες υπέγραψαν κοινή δήλωση συνεργασίας για την Άμυνα και την Ασφάλεια. Η κοινή δήλωση που υπέγραψαν οι δύο πλευρές προβλέπει ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας, με έμφαση στην ασφάλεια στη θάλασσα και στα μη επανδρωμένα θαλάσσια συστήματα, όπου η Ουκρανία διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία. Συμφωνήθηκε επίσης ενίσχυση της συνεργασίας στην κυβερνοασφάλεια και ανταλλαγή πληροφοριών για υβριδικές απειλές.

Η Ουκρανία χρειάζεται την συνέχιση της Δυτικής υποστήριξη όχι μόνο για να επιβιώσει αλλά και για να καταστήσει δυνατή μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη. Καμία διευθέτηση δεν πρέπει να νομιμοποιεί τη ρωσική κατάκτηση ή να αφήνει την Ουκρανία ευάλωτη σε νέα επίθεση.

Οι επιπτώσεις του τετράχρονου πολέμου φτάνουν πολύ πέρα ​​από τα σύνορα της Ουκρανίας καθώς διακυβεύεται και το μέλλον της Ευρώπης. Αν η Ουκρανία αποδεχτεί όρους που ανταμείβουν τον ρωσικό αναθεωρητισμό, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν θα μπορεί να αισθάνεται ασφαλές ιδιαίτερα με Πρόεδρο των ΗΠΑ τον Τραμπ που επιβραβεύει την ισχύ σε βάρος του Διεθνούς Δικαίου. Η διεκδίκηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ δείχνουν ότι ο αναθεωρητισμός κυριαρχεί στο Δόγμα Τραμπ. Η Ευρώπη λοιπόν πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη της δικής της άμυνας απέναντι στο ρωσικό αναθεωρητισμό και να αυτονομηθεί σταδιακά από το ΝΑΤΟ το οποίο πλέον απαιτεί αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών για να συνεχίσει να παρέχει άμυνα στην Ευρώπη. Ο Τραμπ άλλωστε είναι ιδιαίτερα σκεπτικιστής για το μέλλον του ΝΑΤΟ.

Συμπερασματικά, αυτή τη στιγμή, η Ουκρανία βρίσκεται στριμωγμένη ανάμεσα στον Πούτιν που διεκδικεί τα εδάφη της Ανατολικής Ουκρανίας και τον Τραμπ του οποίου η δέσμευση στην επίτευξη ειρήνης εξαρτάται από τα ανταλλάγματα σε σπάνιες γαίες που θα λάβει από την Ουκρανία. Η πίεση για διαπραγματεύσεις πρέπει να ενταθεί. Η εξάντληση από τον πόλεμο και η δηλωμένη επιθυμία του Τραμπ για μια συμφωνία ειρήνης έχουν δημιουργήσει δυναμική προς περεταίρω συνομιλίες. Η Ευρώπη πρέπει να μπορέσει να στηρίξει τον τερματισμό του πολέμου με όσο το δυνατόν λιγότερες παραχωρήσεις προς την Ρωσία ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προχωρήσει στην ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΛΛΑ