ΑρχικήΑΡΘΡΑ-INTERVIEWSΕλλάδα–Ουκρανία: Η αλληλεγγύη έχει κόστος και η Αθήνα πρέπει να το διαπραγματευθεί

Ελλάδα–Ουκρανία: Η αλληλεγγύη έχει κόστος και η Αθήνα πρέπει να το διαπραγματευθεί

Γράφει ο Μιχαήλ Μαντάλας, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δημιούργησε ένα ισχυρό πεδίο σύγκλισης ανάμεσα στην Αθήνα και το Κίεβο. Η Ελλάδα στήριξε την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και την ευρωπαϊκή της προοπτική. Η Ουκρανία, από την πλευρά της, απέκτησε έναν σταθερό εταίρο στο ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό περιβάλλον.

Το 2026, όμως, η σχέση εισέρχεται σε δυσκολότερη φάση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία. Είναι πόσο θα κοστίζει αυτή η στήριξη στην ίδια την Ελλάδα και τι θα λαμβάνει σε αντάλλαγμα. Η πολιτική αλληλεγγύη παραμένει δεδομένη, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική στρατηγική.

Η εξέλιξη αυτή εξηγείται με ιδιαίτερη ακρίβεια από την έννοια της ασύμμετρης αλληλεξάρτησης των Robert Keohane και Joseph Nye. Τα κράτη δεν εξαρτώνται στον ίδιο βαθμό το ένα από το άλλο ούτε σε όλα τα ζητήματα. Η εξάρτηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονη σε έναν τομέα και περιορισμένη σε έναν άλλο, δημιουργώντας διαφορετικές δυνατότητες διαπραγμάτευσης. Στην ελληνο-ουκρανική σχέση, η Ουκρανία χρειάζεται επειγόντως στρατιωτική, οικονομική και πολιτική στήριξη. Η Ελλάδα, όμως, χρειάζεται ταυτόχρονα να προστατεύσει τη δική της αποτρεπτική ικανότητα, τη ναυτιλία και την ασφάλειά της. Αυτές οι δύο ανάγκες δεν είναι ταυτόσημες.

Η υπόθεση των μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USV) ανέδειξε πρώτη αυτή την πραγματικότητα. Αθήνα και Κίεβο είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν στην παραγωγή USV στην Ελλάδα, συνδυάζοντας την ουκρανική πολεμική εμπειρία με την ελληνική βιομηχανική υποδομή. Στην πορεία, όμως, προέκυψαν διαφωνίες για τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τις άδειες αξιοποίησης και κυρίως για τον τρόπο χρήσης των συστημάτων από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η Αθήνα δεν αποδέχθηκε να διατηρεί η ουκρανική πλευρά λόγο στη χρήση των συστημάτων από τις ελληνικές δυνάμεις, ενώ το Κίεβο παρέμεινε επιφυλακτικό ως προς την πλήρη μεταφορά τεχνογνωσίας.

Εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο ζήτημα που συχνά υποβαθμίζεται στη δημόσια συζήτηση: η πολεμική εμπειρία της Ουκρανίας είναι πολύτιμη, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε νέα μορφή ελληνικής εξάρτησης. Η Αθήνα θέλει πρόσβαση σε τεχνολογία που έχει δοκιμαστεί πραγματικά στο πεδίο της μάχης. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να διατηρεί τον πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο των δικών της δυνατοτήτων.

Το περιστατικό της Λευκάδας τον Μάιο του 2026 κατέστησε το πρόβλημα ακόμη πιο συγκεκριμένο. Ουκρανικής προέλευσης USV εντοπίστηκε σε ελληνικά χωρικά ύδατα, μεταφέροντας εκρηκτικά. Η Ελλάδα προχώρησε σε διαβήματα προς την ουκρανική πλευρά, επισημαίνοντας τον σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τον κίνδυνο για ανθρώπινες ζωές. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά μπόρεσε να μελετήσει τεχνικά το σύστημα και να αξιοποιήσει στοιχεία του μέσω επιλεκτικής αντίστροφης μηχανικής.

Το περιστατικό δημιούργησε έτσι ένα στρατηγικό παράδοξο. Μια εξέλιξη που επιβάρυνε πολιτικά τη σχέση ταυτόχρονα περιόρισε, σε κάποιο βαθμό, την τεχνολογική ασυμμετρία υπέρ της Ελλάδας. Η Αθήνα είχε πλέον ισχυρότερο κίνητρο να αναπτύξει εγχώρια USV, αντί να εξαρτά την αμυντική της ικανότητα από την πλήρη συνεργασία με το Κίεβο.

Η ίδια μεταφορά του κόστους προς τα ελληνικά συμφέροντα εμφανίζεται στη θαλάσσια ασφάλεια. Επιθέσεις με drones στη Μαύρη Θάλασσα έχουν επηρεάσει ελληνικά διαχειριζόμενα ή ελληνικών συμφερόντων πλοία, υποχρεώνοντας την Αθήνα να αυξήσει τις προειδοποιήσεις και τα μέτρα ασφαλείας για τον εμπορικό στόλο. Αυτό αλλάζει ουσιαστικά τη φύση του ελληνικού ενδιαφέροντος για τον πόλεμο. Η Ουκρανία δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα αρχών, διεθνούς δικαίου και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Είναι και ζήτημα άμεσου ελληνικού οικονομικού και ναυτιλιακού κινδύνου.

Ανάλογο δίλημμα δημιουργεί η πίεση για αποστολή συστημάτων Patriot στην Ουκρανία. Η ανάγκη του Κιέβου για αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα είναι δεδομένη. Για την Ελλάδα, όμως, κάθε διαθέσιμο σύστημα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη στοιχείο σε έναν ευρωπαϊκό κατάλογο στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αποτελεί τμήμα της εθνικής αποτροπής.

Η Αθήνα, συνεπώς, δικαιούται να θέσει ένα αυτονόητο ερώτημα: αν η Ελλάδα καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ποιος αναλαμβάνει το κόστος της διατήρησης της ελληνικής ασφάλειας; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι κάθε κράτος πρέπει να συνεισφέρει περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα το δικό του αμυντικό κενό θεωρείται αποκλειστικά εθνική υπόθεση.

Εδώ ακριβώς αποκτά πρακτική σημασία η ασύμμετρη αλληλεξάρτηση. Η Ουκρανία έχει άμεση και επείγουσα ανάγκη από συγκεκριμένες ελληνικές αμυντικές δυνατότητες. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να τη στηρίξει, αλλά δεν έχει συμφέρον να αποδυναμώσει τη δική της άμυνα χωρίς αντίστοιχη ευρωπαϊκή ή συμμαχική αντιστάθμιση. Η αλληλεγγύη, επομένως, δεν πρέπει να λειτουργεί ως μονόδρομος.

Το ίδιο ισχύει για τα ευρωπαϊκά κονδύλια προς την Ουκρανία. Η Ευρώπη έχει διαθέσει τεράστιους πόρους για τη στήριξη της ουκρανικής οικονομίας, της άμυνας και της ανοικοδόμησης. Η απαίτηση για διαφάνεια δεν αποτελεί πολιτική δυσπιστία απέναντι στην Ουκρανία αλλά προϋπόθεση για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής στήριξης. Οι ουκρανικές αρχές έχουν καταγράψει σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς και παρατυπιών, μεταξύ άλλων σε αμυντικές προμήθειες και στον τομέα των drones.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τεκμηριώνεται συστηματική κατασπατάληση των ευρωπαϊκών πόρων. Σημαίνει όμως ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάθε λόγο να επιμένει σε αυστηρούς ελέγχους, αιρεσιμότητα και λογοδοσία. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι μόνο γενναιόδωρη. Πρέπει να είναι και ελέγξιμη.

Για την Ελλάδα το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της Τουρκίας. Η Ελλάδα είναι μέλος του NATO και της ΕΕ, ενώ η Τουρκία είναι επίσης μέλος του NATO και ταυτόχρονα κράτος με το οποίο η Αθήνα διατηρεί σοβαρές και διαχρονικές διαφορές ασφαλείας. Τα άρθρα 3 και 4 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον αναγνωρίζουν την ανάγκη κάθε συμμάχου να διατηρεί επαρκή αμυντική ικανότητα και προβλέπουν διαβουλεύσεις όταν απειλείται η ασφάλεια ενός μέλους.

Η Ελλάδα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη δική της άμυνα ως μεταβλητή που προσαρμόζεται κάθε φορά στις επείγουσες ανάγκες άλλων μετώπων. Η ενίσχυση της Ουκρανίας και η ελληνική αποτροπή δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Είναι δύο πλευρές της ίδιας ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αν η Ευρώπη ζητά από την Ελλάδα να συμβάλει περισσότερο στην άμυνα της ηπείρου, οφείλει ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρά και τις ανάγκες ασφαλείας της Ελλάδας.

Η ελληνική στρατηγική, συνεπώς, δεν χρειάζεται ούτε αποστασιοποίηση από την Ουκρανία ούτε άκριτη αποδοχή κάθε αιτήματος. Χρειάζεται διαπραγμάτευση και αμοιβαίο σεβασμό. Συνέχιση της πολιτικής και αμυντικής στήριξης προς το Κίεβο, αλλά με διασφάλιση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας, αυστηρό έλεγχο της χρήσης ευρωπαϊκών πόρων, ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής τεχνολογίας και απαίτηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής συνεισφοράς στην ασφάλεια της Ελλάδας. Σίγουρα η πρόσφατη απόρριψη της Ουκρανικής πλευράς του αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης για την προστασία ελληνικής ιδιοκτησίας εμπορικών πλοίων στην Μαύρη Θάλασσα και η περιφρονητική προτροπή του Ουκρανού Προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι «Κάντε τους Patriot μενταγιόν και φορέστε τους στον λαιμό» δεν βοηθούν την ελληνο-ουκρανική συνεργασία, αντίθετα την υπονομεύουν με ευθύνη του Κιέβου.

Η σχέση Αθήνας–Κιέβου δεν βρίσκεται μπροστά σε επιλογή ρήξης. Βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη μιας πιο ρεαλιστικής ισορροπίας. Η Ελλάδα μπορεί να υπερασπίζεται την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας χωρίς να θεωρεί ότι πρέπει να υποβαθμίζει τα δικά της συμφέροντα για να αποδείξει την ευρωπαϊκή της αλληλεγγύη.

Πηγές

  • Keohane, R. O. & Nye, J. S., Power and Interdependence.
  • NATO, The North Atlantic Treaty, Articles 1, 3 and 4.
  • NATO, “NATO Allies test drone defences at sea”, 1 October 2026.
  • Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, ενημέρωση διπλωματικών συντακτών, 3 June 2026.
  • Kathimerini, “Greece-Ukraine drone talks hit obstacles”, 30 April 2026.
  • Kathimerini, “Greece-Ukraine naval drone project stalls…”, 18 June 2026.
  • Kathimerini, “Greece advises fleet to boost security in Black Sea after attacks”, July 2026.
  • Kathimerini, “Greece pressed over Patriot assets”, July 2026.
  • European External Action Service, EU support for Ukraine’s air and missile defence, 11 September 2026.
  • European Commission / Ukraine Facility materials, 2026.
  • NABU & SAPO, 2026 anti-corruption investigations and results.
Προηγούμενο άρθρο
ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΛΛΑ