Η ιστορική παρακαταθήκη του 1940 και το χρέος μας απέναντι στις προκλήσεις των καιρών μας
Στη μακραίωνη ανθρώπινη ιστορία οι στιγμές που πραγματικά συγκλονίζουν, οι στιγμές που τα μάτια όλου του κόσμου στρέφονται σε μια κουκίδα αυτού του πλανήτη, δεν είναι ούτε συχνές, ούτε συνηθισμένες. Πρόκειται για στιγμές κατά τις οποίες οι άνθρωποι καλούνται να αποφασίσουν όχι απλώς για την τύχη της πατρίδας τους, αλλά για το ποιοι πραγματικά είναι, ποιες αξίες υπηρετούν και τι είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν για να τις υπερασπιστούν. Μια τέτοια στιγμή υπήρξε για τον Ελληνισμό η 28η Οκτωβρίου 1940.
Εκείνο το ξημέρωμα, μια μικρή χώρα, στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, αρνήθηκε να υποταχθεί στη βούληση μιας πανίσχυρης πολεμικής μηχανής. Αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι η στρατιωτική ισχύς δημιουργεί δικαιώματα πάνω στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια των λαών. Αρνήθηκε, με άλλα λόγια, να παραδώσει όσα θεωρούσε πολυτιμότερα από την ίδια την ειρήνη: την εθνική ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την ελευθερία της.
Το ελληνικό «ΟΧΙ» δεν υπήρξε απλώς μια διπλωματική άρνηση. Υπήρξε μια ιστορική πράξη αυτογνωσίας. Ένας ολόκληρος λαός, εκφραζόμενος από τον ηγέτη του, Ιωάννη Μεταξά, απέδειξε ότι γνώριζε ποιος ήταν και, κυρίως, ποιος δεν ήταν διατεθειμένος να γίνει: ένας λαός υποταγμένος, που θα αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα τη μοίρα την οποία άλλοι είχαν αποφασίσει γι’ αυτόν.
Η σημασία εκείνης της αντίστασης ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Σε μια Ευρώπη που είχε ήδη γνωρίσει την κατάρρευση ισχυρών κρατών μπροστά στις δυνάμεις του Άξονα, η Ελλάδα ύψωσε το ανάστημά της και υπενθύμισε στον κόσμο ότι η ελευθερία δεν υπολογίζεται με αριθμούς στρατιωτών, αεροσκαφών και αρμάτων μάχης. Υπολογίζεται με το ψυχικό μεγαλείο εκείνων που γνωρίζουν γιατί αγωνίζονται.
Η ελληνική αντίσταση αποτέλεσε ένα από τα φωτεινότερα παραδείγματα αποφασιστικότητας κατά του φασισμού. Έδωσε θάρρος σε λαούς που δοκιμάζονταν, ενίσχυσε το ηθικό του ελεύθερου κόσμου και απέδειξε ότι η ολοκληρωτική ισχύς δεν είναι ανίκητη. Η Ελλάδα έγινε προπύργιο της ευρωπαϊκής ελευθερίας, όχι επειδή διέθετε τη στρατιωτική ισχύ των μεγάλων δυνάμεων, αλλά επειδή πίστευε ακράδαντα στη δύναμη της δικαιοσύνης, της ηθικής στάσης ζωής, του ελεύθερου φρονήματος.
Αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη παρακαταθήκη του 1940. Και αυτή είναι που οφείλουμε να αναλογιστούμε σήμερα.
Ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, ο κόσμος μας είναι ασφαλώς διαφορετικός. Η Ευρώπη, έχοντας βιώσει δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους, επιχείρησε μεταπολεμικά να οικοδομήσει ένα πρωτοφανές εγχείρημα ειρηνικής συνύπαρξης, συνεργασίας και κοινής προόδου. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση υπήρξε, μεταξύ άλλων, μια ιστορική προσπάθεια να αντικατασταθούν οι πολεμικές αντιπαραθέσεις από τη διπλωματία, η εχθρότητα από τη συνεργασία και η αυθαιρεσία της ισχύος από τον σεβασμό του δικαίου. Ωστόσο σήμερα διαπιστώνουμε ότι οι σύγχρονες πολιτικές ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλέγουν τον δρόμο του επανεξοπλισμού και της αντιπαράθεσης με την Ρωσία με κίνδυνο η περιφερειακή σύγκρουση στην Ουκρανία να εξελιχθεί σε γενικευμένο πόλεμο ΝΑΤΟ/ΕΕ-Ρωσίας με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ασφάλεια και την ευημερία στην Ευρώπη.
Η ιστορία δεν τελείωσε. Ούτε οι σκοτεινότερες πλευρές της ανθρώπινης φύσης εξαφανίστηκαν μαζί με την ήττα του ναζισμού και του φασισμού.
Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με σκληρές γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, πολεμικές συγκρούσεις, αμφισβητήσεις της εθνικής κυριαρχίας και νέες μορφές αυταρχισμού. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων και οι αναθεωρητικές επιδιώξεις γειτονικών μας κρατών υπενθυμίζουν ότι η ειρήνη παραμένει εύθραυστη.
Παράλληλα, εμφανίζονται νέες φασίζουσες νοοτροπίες, οι οποίες δεν φορούν υποχρεωτικά τις στολές του παρελθόντος ούτε χρησιμοποιούν τα ίδια σύμβολα αν και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας η άνοδος της νεοναζιστικής ιδεολογίας, σε κράτη όπως η Ουκρανία, η οποία εκδηλώνεται μέσα από την περιφρόνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την καταστολή της ελεύθερης σκέψης, τη φίμωση της αντίθετης άποψης και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων.
Ο ολοκληρωτισμός δεν επιστρέφει πάντοτε με το ίδιο πρόσωπο. Μπορεί να εμφανίζεται με καινούργια συνθήματα, διαφορετικά ιδεολογικά προσωπεία και σύγχρονα τεχνολογικά μέσα. Η ουσία του, όμως, παραμένει αναλλοίωτη: η απαίτηση της απόλυτης υποταγής του ανθρώπου ή ενός ολόκληρου λαού σε μια εξουσία που δεν αναγνωρίζει όρια.
Δεν αναφέρω τα παραπάνω για να καλλιεργήσω φόβο ή για να προεξοφλήσω νέες καταστροφές. Τα αναφέρω διότι θεωρώ ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους ελεύθερους λαούς δεν είναι μόνο οι απειλές που εμφανίζονται απέναντί τους. Είναι και η αδυναμία τους να τις αναγνωρίσουν εγκαίρως.
Ο εφησυχασμός είναι συχνά ο προθάλαμος της παρακμής.
Οι κοινωνίες που θεωρούν την ελευθερία δεδομένη κινδυνεύουν να λησμονήσουν το τίμημα με το οποίο κατακτήθηκε. Οι λαοί που απολαμβάνουν την ειρήνη χωρίς να ενδιαφέρονται για τη διαφύλαξή της ενδέχεται να ανακαλύψουν, όταν θα είναι πλέον αργά, ότι η αδράνεια δεν εξασφαλίζει την ασφάλεια. Οι πολιτείες που εγκαταλείπουν τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν χάνουν σταδιακά όχι μόνο την ιστορική τους ταυτότητα, αλλά και την ικανότητα να υπερασπιστούν το μέλλον τους.
Η Ευρώπη οφείλει να το κατανοήσει αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο. Διότι η δική της ιστορία αποδεικνύει πόσο εύκολα η πολιτισμική πρόοδος μπορεί να συνυπάρξει με την πολιτική βαρβαρότητα. Η ήπειρος που γέννησε τον Διαφωτισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις σύγχρονες δημοκρατικές παραδόσεις υπήρξε και το πεδίο όπου αναπτύχθηκαν τα πιο καταστροφικά ολοκληρωτικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα.
Επομένως, η Ευρώπη οφείλει να μην λησμονήσει τις αξίες της, ούτε να τις επικαλείται μονάχα επετειακά, σα να πρόκειται για μουσειακό έκθεμα. Οφείλει να τις υπερασπίζεται, με κάθε τρόπο, σε κάθε περίπτωση. Να διαθέτει πολιτική βούληση, στρατηγική αυτονομία, αίσθηση ιστορικής ευθύνης και, πάνω απ’ όλα, την αποφασιστικότητα να μην επιτρέπει την καταπάτηση της ελευθερίας των λαών στο όνομα οποιασδήποτε σκοπιμότητας.
Στην Ελλάδα, όταν μιλάμε για την Ευρώπη, έχουμε τη συναίσθηση ότι μιλάμε για έναν δικό μας χώρο. Έναν χώρο που διαμορφώσαμε αξιακά, στο πέρασμα των αιώνων, διότι οι Έλληνες αποτελέσαμε το λίκνο της ευρωπαϊκής παράδοσης. Μέσα σε αυτή την Ευρώπη, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει έναν ιδιαίτερο ιστορικό και γεωπολιτικό ρόλο. Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, σε μια περιοχή όπου οι ανταγωνισμοί, οι αναθεωρητικές επιδιώξεις και οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν αποτελούν θεωρητικά ενδεχόμενα. Η συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κύπρου μάς υπενθυμίζει ότι ακόμη και σήμερα η παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους μπορεί να παραμένει μια ανοιχτή ιστορική πληγή.
Γι’ αυτό η διαφύλαξη της ελευθερίας μας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις των συμμάχων ή στις προβλέψεις διεθνών συμφωνιών. Οι συμμαχίες είναι πολύτιμες και η διεθνής συνεργασία αναγκαία. Καμία, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική βούληση ενός λαού να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατραπούμε σε μια κοινωνία διαρκούς πολεμικής προετοιμασίας. Ούτε ότι ο πατριωτισμός ταυτίζεται με την εχθρότητα προς τους άλλους λαούς. Αντιθέτως, η αυθεντική φιλοπατρία προϋποθέτει σεβασμό στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια όλων των εθνών.
Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουμε να καλλιεργούμε την εθνική αυτογνωσία, να ενισχύουμε την παιδεία μας, να διατηρούμε ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, να οικοδομούμε κοινωνική συνοχή και να διασφαλίζουμε την αποτρεπτική μας ικανότητα. Πάνω απ’ όλα, να διαμορφώνουμε πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία συνεπάγεται δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η καθοριστική σημασία της παιδείας. Διότι κανένας λαός δεν μπορεί να υπερασπιστεί πραγματικά αξίες που δεν γνωρίζει, δεν κατανοεί ή έχει πάψει να πιστεύει. Η ιστορική μνήμη δεν πρέπει να εξαντλείται σε επετειακές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις και πανηγυρικούς λόγους. Οφείλει να γίνεται συνείδηση, κριτική σκέψη και υπεύθυνη στάση ζωής.
Οι νέες γενιές πρέπει να γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι του 1940 δεν αγωνίστηκαν για να κερδίσουν μια θέση στα σχολικά εγχειρίδια. Αγωνίστηκαν για να μπορούν οι επόμενες γενιές να ζουν ελεύθερες. Και η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να τους αποδώσουμε δεν είναι απλώς να θαυμάζουμε το θάρρος τους, αλλά να αποδεικνύουμε ότι παραμένουμε άξιοι της θυσίας τους.
Η 28η Οκτωβρίου δεν αποτελεί μόνο μια επέτειο εθνικής υπερηφάνειας. Αποτελεί μια διαρκή πρόσκληση ιστορικής ευθύνης. Μας καλεί να αναλογιστούμε όχι μόνο τι έπραξαν οι πρόγονοί μας, αλλά και τι είμαστε εμείς διατεθειμένοι να πράξουμε για όσα εκείνοι υπερασπίστηκαν.
Δεν γνωρίζουμε ποιες δοκιμασίες μας επιφυλάσσει ακόμα το μέλλον. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η ελευθερία δεν διασφαλίζεται από μόνη της. Χρειάζεται εγρήγορση, ενότητα, θάρρος, παιδεία και αταλάντευτη προσήλωση στις αξίες που θεμελίωσαν τον πολιτισμό μας.
Το 1940, οι Έλληνες απέδειξαν ότι ένας μικρός λαός μπορεί να υψωθεί πάνω από το μέγεθός του και να γίνει σύμβολο για ολόκληρη την Ευρώπη, για ολόκληρο τον κόσμο.
Σήμερα, δεν καλούμαστε να επαναλάβουμε τις μάχες τους. Καλούμαστε να διαφυλάξουμε το νόημά τους.
Διότι η ελευθερία δεν κληρονομείται απλώς. Διαφυλάσσεται, υπερασπίζεται και κατακτάται ξανά από κάθε γενιά. Διότι ένας λαός που παύει να αγωνίζεται για τις αξίες του, τα ιδανικά του, τον τρόπο ζωής του, κινδυνεύει, αργά ή γρήγορα, να πάψει να είναι ελεύθερος…
*Ο Δρ. Δημήτριος Γκίκας είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η Ελλάδα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Ο ρόλος των Συμμάχων και των Δυνάμεων του Άξονα» από τις Εκδόσεις Κούρος
Πηγή: Kedisa.gr
