Συνέντευξη: Βασίλης Νικόλαος Βιτσιλόγιαννης

Ο Διονύσης Σιμόπουλος γεννήθηκε στα Γιάννενα αλλά μεγάλωσα στην Πάτρα. Σπούδασε Πολιτική Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα. Την ίδια περίοδο του απενεμήθησαν διάφορα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις σε θέματα ομιλιών και επικοινωνίας. Είναι επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, βραβευμένος για την συνεισφορά του στην αστρονομική εκπαίδευση, με σημαντική συγγραφική και δημοσιογραφική δραστηριότητα στον τύπο, στην τηλεόραση και στα πολυμέσα.

Είχατε αποφασίσει να σπουδάσετε πολιτική επικοινωνία τι ήταν αυτό που σας μάγεψε στην αστροφυσική;

Αν και δεν πιστεύω στη τύχη εντούτοις η ζωή τα φέρνει έτσι ώστε μερικές φορές η τύχη να μας αλλάζει την ζωή. Έτσι έγινε και στη δική μου περίπτωση.Καθώς τελείωνα το πρώτο μου πτυχίο στην πολιτική επικοινωνία στην χώρα μας επιβλήθηκε η στρατιωτική δικτατορία κι έτσι αναγκάστηκα για βιοποριστικούς λόγους να αναζητήσω εργασία στο τοπικό Πλανητάριο ως επιμελητής. Στο Πλανητάριο όμως συνειδητοποίησα ότι μάλλον είχα τη στόφα του δασκάλου κι ότι θα’θελα να διδάσκω σε μικρούς και μεγάλους όλα αυτά τα συνταρακτικά που συμβαίναν στο διάστημα κι έτσι ο βιοπορισμός μετατράπηκε σύντομα σε αγάπη για τον ουρανό και το σύμπαν. Συγχρόνως είχα την τύχη να έχω μέντορα-καθηγητή μου έναν φωτισμένο άνθρωπο ο οποίος μου διαμόρφωσε ένα προχωρημένο για την εποχή του πρόγραμμα σπουδών που συνδύαζε την αστροφυσική, τη διοίκηση οργανισμών και την επικοινωνία και το οποίο οδηγούσε σ’ ένα πρωτοποριακό διεπιστημονικό μεταπτυχιακό. Ήταν αυτό που σήμερα αποκαλούμε εκλαΐκευση-διάχυση της επιστήμης, και το οποίο ήταν τότε κάτι αρκετά καινούριο με πρωτοπόρο εκπρόσωπο αυτού του είδους τον περίφημο αστρονόμο CarlSagan.

Ποιες ήταν οι συνθήκες που σας ανάγκασαν να πάρετε την απόφαση να φύγετε για σπουδές στην Αμερική;

Τότε ζούσαμε στην Πάτρα και η σύνταξη του πατέρα μου ήταν 2.000 δρχ. εκ των οποίων 500 για ενοίκιο. Οπότε ήταν αδύνατο να με συντηρήσει η οικογένεια στο Φυσικό της Αθήνας, που τότε πληρώναμε και δίδακτρα και βιβλία, ενώ ήταν επίσης αδύνατον να βρω εργασία αφού δυστυχώς στις αρχές της δεκαετίας του 1960 χιλιάδες συμπατριώτες μας μετανάστευαν λόγω της μεγάλης ανεργίας που είχαμε στη χώρα. Τότε άρχισα να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να φύγω στην Αμερική όπου θα μπορούσα να σπουδάζω και να συντηρώ τον εαυτό μου εργαζόμενος. Το φθηνότερο πανεπιστήμιο ήταν εκείνο της Λουιζιάνα κι έτσι έγινε και η τελική μου επιλογή κι έφυγα τον Σεπτέμβριο του 1962.

Μιλήστε μας για τα χρόνια στην Αμερική και τη γνωριμία με την σύζυγό σας;

Θεωρώ ότι η Αμερική μου προσέφερε, ως μη όφειλε, μία πολύ καλή παιδεία, με όλη τη σημασία της λέξης, τις βάσεις μιας εξαιρετικής καριέρας, πολύ καλούς μέχρι σήμερα φίλους και πολλές αξέχαστες εμπειρίες. Μου άνοιξε επίσης την πόρτα σε δρόμους που θα ήταν σχεδόν αδύνατον να περπατήσω αν είχα παραμείνει εδώ, αφού εκεί είχα την ευκαιρία να αναλάβω σε μικρή ηλικία την διεύθυνση ενός από τα μεγαλύτερα Πλανητάρια της Αμερικής.

Αλλά πιο σημαντικό απ’ όλα η Αμερική μου προσέφερε μία σύντροφο ζωής με την οποία μοιράζομαι χαρές και λύπες, όνειρα και απογοητεύσεις εδώ και πάνω από μισό αιώνα.

Πως ξεκίνησε η συνεργασία σας με την Αθηναϊκή εφημερίδα ως ανταποκριτής;

Εκείνη την εποχή στο Ελληνικό Προξενείο της Νέας Ορλεάνης γνώριζαν την εργασία μου στο Πλανητάριο και με πληροφόρησαν ότι μία Αθηναϊκή εφημερίδα ζητούσε κάποιον σαν εμένα ως ανταποκριτή για τις αποστολές του προγράμματος Απόλλων. Επικοινώνησα μαζί του και συμφωνήσαμε να μου καλύπτουν τα έξοδά μου και την αποστολή της εφημερίδας αεροπορικώς εντός δύο ημερών. Οπότε φυσικά δέχτηκα. Κι έτσι, πάλι από τύχη, ήμουν ο μοναδικός Έλληνας εκπρόσωπος εφημερίδας στις αποστολές που έστειλαν τους πρώτους ανθρώπους σ’ έναν άλλο κόσμο.

Ποια ήταν η πρώτη επαφή με το Ίδρυμα Ευγενίδου;

Την Άνοιξη του 1972 η αείμνηστη Μαριάνθη Σίμου, η αδελφή του Εθνικού μας ευεργέτη Ευγένιου Ευγενίδη, είχε στείλει μια επιστολή που απευθύνονταν στα 15 μεγαλύτερα Πλανητάρια των ΗΠΑ, κι όπως έμαθα αργότερα και σ’ έναν αντίστοιχο αριθμό Ευρωπαϊκών Πλανηταρίων, με την οποία ζητούσε να της στείλουν μερικά από τα σενάρια των παραστάσεών τους. Όπως ήταν φυσικό της έστειλα 10 από τα καλύτερα σενάρια που είχα γράψει τα τελευταία τρία χρόνια πληροφορώντας την συγχρόνως ότι ήμουν Έλληνας και ότι θα επισκεπτόμουν την Ελλάδα για διακοπές εκείνο το καλοκαίρι. Και πράγματι την τελευταία ημέρα πριν από την επιστροφή μας στην Αμερική επισκεφτήκαμε με την γυναίκα μου το Ευγενίδειο. Η συζήτηση που επακολούθησε ήταν γενικά για την κατάσταση που επικρατούσε στο Πλανητάριο, και τους προβληματισμούς της για το μέλλον «του παιδιού της», όπως το αποκαλούσε. Από εκεί κι έπειτα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους για την επιστροφή μου που έγινε τελικά τον Απρίλιο του 1973.

Υπήρξαν κάποιες καινοτομίες που εισήγατε στο ίδρυμα. Πόσο εύκολο ήταν για την εποχή εκείνη να γίνει αποδεκτό;

Καινοτομίες για την Ευρώπη αλλά πολύ διαδεδομένες για τα μεγάλα Πλανητάρια της Αμερικής. Ξεκινήσαμε αρχικά με την εισαγωγή καινοτομιών στη μουσική, καλλιτεχνική και σκηνοθετική επένδυση των παραστάσεων του Πλανηταρίου. Συγχρόνως, χάρη στο προσωπικό ενδιαφέρον της Μαριάνθης Σίμου που διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια, ανακαινίστηκε και ο οπτικοακουστικός εξοπλισμός με προβολείς ειδικών εφέ που αναπαριστούσαν δεκάδες διαφορετικά αστρονομικά φαινόμενα και χάρη στα οποία οι παραστάσεις μας γίνονταν όλο και πιο θεαματικές με αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση των θεατών του Πλανηταρίου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν δεκάδες νέες παραστάσεις, οι οποίες είχαν χωριστεί σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: παραστάσεις γνωριμίας, εμβάθυνσης και εξειδίκευσης. Έτσι το Πλανητάριο απευθυνόταν πλέον σε όλες τις ηλικίες και σ’ όλα τα μορφωτικά επίπεδα θεατών, από 5 έως 105 ετών! Με αποτέλεσμα μια πενταετία αργότερα, το 1978, οι επισκέπτες του Πλανηταρίου να έχουν τετραπλασιαστεί, αριθμός ο οποίος με βάση τον αριθμό των θέσεων και των παραστάσεων που διέθετε τότε το Πλανητάριο ήταν, εκ των πραγμάτων, αξεπέραστος.

Έχετε δηλώσει σε προηγούμενες συνεντεύξεις σας ότι σας άρεσε να διαβάζετε πολύ ως παιδί. Τιείδους βιβλία διαβάζετε;

Στη δεκαετία του 1950 που μεγάλωσα το βιβλίο ήταν ακόμη ακριβοθώρητο, γι’αυτό ξεκίνησα με τα Κλασσικά Εικονογραφημένα που μου άνοιξαν νέους ορίζοντες κι ένα είδος οδηγού για αργότερα. Από εκεί χάρη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πάτρας, άρχισα να διαβάζω και τα πρωτότυπα σε μετάφραση ενώ αργότερα χάρη στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη της Πάτρας άρχισα να διαβάζω και τα πραγματικά πρωτότυπα. Τα τελευταία 50 χρόνια πάντως περιορίζω το ενδιαφέρον μου σε βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης και σε ελάχιστα Ελληνικής λογοτεχνίας, από Καζαντζάκη μέχρι και τους πιο πρόσφατους, αν και τώρα τελευταία το κύριο ενδιαφέρον μου περιορίζεται στην κλασσική μας σύγχρονη ποίηση από Καβάφη έως Παλαμά κι από Ρίτσο έως Ελύτη.

Υπήρξε κάποια εσωτερική ανάγκη για την συγγραφή των βιβλίων σας;

Δεν νομίζω. Είναι κι αυτό απλά μέρος της προσπάθειάς μου για την διάχυση της επιστήμης με κατανοητό κι ευχάριστο τρόπο. Θεωρώ ότι πρέπει να είμαι ένας μάλλον καλός παραμυθάς για τους μεγάλους και τώρα τελευταία και για τους μικρούς. Αυτό έκανα άλλωστε σε όλη μου την καριέρα.

Το μάθημα της αστρονομίας δεν διδάσκεται στα σχολεία σήμερα. Θεωρείται ότι ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων λαμβάνουν την συγκεκριμένη γνώση και για ποιο λόγο;

Θεωρώ ότι σκοπός της επίσημης εκπαίδευσης είναι να δώσει στα παιδιά και τους εφήβους μας τις βάσεις για να ζήσουν ολοκληρωμένα, δημιουργικά και παραγωγικάσε μια δημοκρατική κοινωνία αναπτύσσοντας την κοινωνικοποίηση και την πνευματική τους εμπειρία. Μ’ αυτή την έννοια ακόμη και τα πιο εξειδικευμέναμαθήματα, όπως είναι η αστρονομία, θα βοηθούσαν σ’ αυτή την ολοκλήρωση. Δεν λέω φυσικά να γίνουν οι μαθητές αστροφυσικοί ή έστω ερασιτέχνες αστρονόμοι, αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές επιστημονικές έννοιες που πρέπει όλοι να γνωρίζουν, οποιαδήποτε κι αν είναι τα μελλοντικά τους επαγγελματικά σχέδια. Σε τελική πάντως ανάλυση δεν θα με ενοχλούσε τόσο πολύ η αποβολή του μαθήματος της Αστρονομίας, εφ’ όσον η όποια «μεταρρύθμιση» κατόρθωνε να μάθει στους μαθητές «πώς να σκέφτονται»!Το κάνει όμως;Προσωπικά πάντως θεωρώ πως αυτό που όλοι αποκαλούμε “σύμπαν” είναι κάτι κατανοήσιμο κι αυτό είναι και το πιο παράξενο όπως έλεγε κι ο Αϊνστάιν. Όλοι μπορούν να αντιληφθούν τον κόσμο αυτό. Κι αν ορισμένοι δεν το έχουν καταφέρει δεν φταίνε αυτοί αλλά όλοι εμείς που ασχολούμαστε με τα ζητήματα αυτά. Είτε γιατί δεν είμαστε σε θέση ή δεν θέλουμε να μεταδώσουμε τη γνώση και την πληροφορία στον κόσμο ώστε να την κατανοήσει. 

Υπήρξαν άνθρωποι που πίστεψαν σε εσάς;

Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «πίστεψαν»αλλά «εμπιστεύτηκαν». Και πρώτοι απ’ όλους οι γονείς μου που δαπάνησαν ενός έτους μισθούς για να μπορέσω εγώ να φύγω για την Αμερική. Ακολούθησε ο καθηγητής-μέντοράς μου, όπως σας ανέφερα, και αργότερα η Διοίκηση του Κέντρου Τεχνών και Επιστημών της Λουϊζιάνα που σε ηλικία 26 ετών μου εμπιστεύτηκαν την διεύθυνση ενός από τα δέκα μεγαλύτερα Πλανητάρια της Αμερικής. Γεγονός που επαναλήφθηκε και στην Ελλάδα όταν σε ηλικία 29 ετών η αείμνηστη Μαριάνθη Σίμου μου ανέθεσε την διεύθυνση του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Και φυσικά δεν ξεχνώ την γυναίκα μου Κάρεν η οποία άφησε μια πολλά υποσχόμενη επαγγελματική καριέρα στην Αμερική για να με ακολουθήσει στην Ελλάδα. Ελπίζω ότι στο διάβα των ετών δεν τους απογοήτευσα.

Είχατε πει κάποτε ότι όλοι είμαστε αστρόσκονη. Πωςτοεξηγείτε αυτό;

Είναι βασικά πολύ απλό. Αρχίζοντας με το υδρογόνο, που αντιπροσωπεύει το 62% των ατόμων του σώματός μας, και το οποίο γεννήθηκε μαζί με τη δημιουργία του Σύμπαντος, πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια. Το υπόλοιπο 38% αποτελείται από καμιά τριανταριά ακόμη χημικά στοιχεία, κυρίως οξυγόνο,άζωτο, άνθρακα και φωσφόρο που γεννήθηκαν στο εσωτερικό των άστρων και τα οποία διασκορπίστηκαν στο διάστημα σχηματίζοντας τελικά τον Ήλιο μας και τη Γη μας,αλλά κι εμάς τους ίδιους. Με αυτήν λοιπόν την έννοια και με μια ισχυρή δόση ρομαντισμού και ποίησης, συνηθίζω να λέω ότι είμαστε αστρόσκονη και ότι κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα. Γιατί όταν θα πεθάνουμε, τα χημικά αυτά στοιχεία που μας αποτελούν δεν θα καταστραφούν, απλώς θα μεταφερθούν και πάλι στο σύμπαν.

Ποια είναι η σχέση σας με τους δημοσιογράφους και τα social media?

Κατά τη γνώμη μου εξαιρετική. Αυτός άλλωστε είναι και ο καλύτερος τρόπος διάχυσης της επιστήμης, γιατί χωρίς την έντυπη, ηλεκτρονική και διαδικτυακή δημοσιογραφία και τα social media η διάχυση της επιστήμης θα περιορίζονταν μόνο στα βιβλία και στις ομιλίες.